βαρυντικός

βαρυν-τικός, ή, όν,
A weighing down, Arist.Cael.310a32.
II retracting the accent,

Αἰολεῖς EM548.19

, AB663.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βαρυντικός — βαρυντικός, ή, όν (Α) [βαρύνω] 1. εκείνος που έλκει κάτι προς τα κάτω 2. φρ. «Αἰολεῑς βαρυντικοί» οι Αιολείς είχαν την τάση να μην τονίζουν στη λήγουσα αλλά ν ανεβάζουν τον τόνο στην παραλήγουσα …   Dictionary of Greek

  • βαρυντικός — ή, ό ανιαρός, ενοχλητικός: Η παρέα του είναι πολύ βαρυντική …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαρυντικόν — βαρυντικός weighing down masc acc sg βαρυντικός weighing down neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρυντικοί — βαρυντικός weighing down masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρ. совершенствовать επ.ξεργασία — [эпексергасия] ουσ. Θ. совершенствование επ.ρώτηση [эперотиси] ουσ. θ. запрос επ.τειος [эпэтиос] ουσ. θ. годовщина. επ.τηρίδα [эпетирида] ουσ. θ. ежегодник επ.υφημώ [эпэффимо] ρ. одобрять, рукоплескать, επ.ρεάζω [эпирэфзо] ρ. оказывать влияние,… …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.